βάγος

βάγος
Grammatical information: m.?
Meaning: κλάσμα ἄρτου \<η\> μάζης. καὶ βασιλεὺς, καὶ στρατηγός. Λάκωνες H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Probably contamination of Ϝάγος (ἄγνυμι) and ἀγός (Latte ). Pisani KZ 67, 111 thinks βασιλεύς = OPers. baga- `lord, god' (cf. the people's name Βαγαδάονες Kretschmer Glotta 18, 232) but see Petersen AmJPh 56, 64ff. Also Belardi Doxa 3, 197.
Page in Frisk: 1,207

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάγος — (bagus). Γένος κολεοπτέρων εντόμων της οικογένειας των κουρκουλιονιδών. Ζουν σε πολλές χώρες του βόρειου γεωγραφικού πλάτους. Το σώμα τους είναι μικρό (3 5 χιλιοστά) και καμπύλο στη ράχη. Τα έλυτρα είναι συνενωμένα, ενώ τα πίσω φτερά είναι… …   Dictionary of Greek

  • μουκηροβαγός — και μουκηρόβατος και μουκηρόβας (Α) (κατά τον Ησύχ.) «καρυοκατάκτης», καρυοθραύστης. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μουκηροβαγός < μούκηρος «μαλακό καρύδι» + βαγος(< (F)ἄγος «κλάσμα, θραύσμα» < ἄγνυμι). Το β τού βαγος πιστοποιεί την ύπαρξη F (δίγαμμα)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.